Μετάφραση του "vaksinering" σε Ελληνικά

Το εμβολιασμός είναι η μετάφραση του "vaksinering" σε Ελληνικά.

vaksinering
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • εμβολιασμός

    noun masculine

    Forebyggende veterinærtiltak omfatter vaksinering av katter og hunder.

    Στα προληπτικά κτηνιατρικά μέτρα περιλαμβάνεται ο κατάλληλος εμβολιασμός γατών και σκύλων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vaksinering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vaksinering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη