Μετάφραση του "valgfri" σε Ελληνικά

Οι προαιρετικός, κατ' εκλογήν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "valgfri" σε Ελληνικά.

valgfri
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • προαιρετικός

    adjective masculine

    Den alminnelige oppfatning er at undervisning i bruk og programmering av en datamaskin bør være et valgfritt fag.

    Η επικρατούσα άποψη είναι ότι η γνώση γύρω από τους κομπιούτερ θα πρέπει να διδάσκεται, αλλά μονάχα ως προαιρετική.

  • κατ' εκλογήν

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " valgfri " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "valgfri" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "valgfri" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη