Μετάφραση του "vane" σε Ελληνικά
Οι συνήθεια, έξη, διάθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vane" σε Ελληνικά.
vane
γραμματική
-
συνήθεια
noun feminineInntil da hadde jeg røykt mye, men nå greide jeg å legge av denne vanen.
Επίσης, έως τότε εκάπνιζα πολύ, αλλά μπόρεσα να εγκαταλείψω αυτή τη συνήθεια.
-
έξη
noun feminine -
διάθεση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vane " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vane" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βανίρ
-
συνηθισμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη