Μετάφραση του "vanlig" σε Ελληνικά

Οι φυσιολογικός, γενικός, συνηθισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanlig" σε Ελληνικά.

vanlig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • φυσιολογικός

    adjective

    Vi er bare at par vanlige gutter som går ned gata med en liten cowboy.

    Είμαστε κάποιοι φυσιολογικοί άνθρωποι που περπατούν με ένα μικρό καουμπόη.

  • γενικός

    adjective masculine

    Slike venner av Gud blir stilt overfor de samme vanlige problemer som også alle andre mennesker møter.

    Ένας τέτοιος φίλος του Θεού αντιμετωπίζει τα ίδια γενικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλοι.

  • συνηθισμένος

    adjective

    Først var den lyse formen av denne måleren mer vanlig enn den mørke.

    Στην αρχή, ο ανοιχτόχρωμος τύπος αυτού του λεπιδόπτερου ήταν πιο συνηθισμένος από το βαθύχρωμο τύπο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanlig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vanlig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanlig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη