Μετάφραση του "varighet" σε Ελληνικά
Οι διάρκεια, μάκρος, μήκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "varighet" σε Ελληνικά.
varighet
-
διάρκεια
noun feminineavstand mellom to tidspunkter
Enkelte planter stiller meget spesielle krav til dagslysets varighet.
Μερικά απ’ αυτά έχουν πολύ ειδικές ανάγκες από διάρκεια ημερησίου φωτός.
-
μάκρος
noun -
μήκος
noun neuterDagslysets varighet er alltid den samme på en bestemt dag i året.
Σε οποιαδήποτε ημέρα του έτους το μήκος του ημερησίου φωτός θα είναι το ίδιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " varighet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "varighet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εργασία σταθερής διάρκειας
-
υπόλοιπη διάρκεια
-
αισιόδοξα προβλεπόμενη διάρκεια
-
εκτιμώμενη διάρκεια
-
απαισιόδοξα προβλεπόμενη διάρκεια
-
σταθμισμένη διάρκεια
-
αναμενόμενη διάρκεια
-
διάρκεια που έχει παρέλθει
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη