Μετάφραση του "vaselin" σε Ελληνικά
Το βαζελίνη είναι η μετάφραση του "vaselin" σε Ελληνικά.
vaselin
-
βαζελίνη
nounDu kan få dem bort ved å gni dem inn med fete nøttekjerner, vaselin eller tannkrem.
Απαλλαγήτε απ’ αυτές τρίβοντας τις με ελαιώδη καρυδόψυχα, με βαζελίνη ή ακόμη και με οδοντόκρεμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vaselin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη