Μετάφραση του "vatn" σε Ελληνικά
Οι νερό, υδρóβιóς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vatn" σε Ελληνικά.
vatn
-
νερό
noun neuterAllereie i grunne innsjøar i Alaska boblar det med metan ut av det smeltande vatnet.
Ήδη σε κάποιες ρηχές λίμνες της Αλάσκας το μεθάνιο βγαίνει μέσα από φουσκάλες από το νερό.
-
υδρóβιóς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vatn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη