Μετάφραση του "vedtak" σε Ελληνικά
Οι Ψήφισμα, απόφαση, ψήφισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vedtak" σε Ελληνικά.
vedtak
noun
neuter
γραμματική
-
Ψήφισμα
-
απόφαση
noun feminineDet er retten til å stanse et vedtak ved å stemme mot.
Είναι το δικαίωμα να ακυρώνει μια απόφαση με μια και μόνη αρνητική ψήφο.
-
ψήφισμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vedtak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη