Μετάφραση του "veiledning" σε Ελληνικά

Οι καθοδήγηση, συμβουλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "veiledning" σε Ελληνικά.

veiledning
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • καθοδήγηση

    noun

    En stolt holdning kan få oss til å føle at vi ikke trenger veiledning fra noen.

    Η υπεροπτική στάση μπορεί να μας κάνει να νομίζουμε ότι δεν χρειαζόμαστε καθοδήγηση από κανέναν.

  • συμβουλή

    noun feminine

    Begge er klar over at de er ufullkomne, men de har prøvd å følge Bibelens veiledning.

    Και οι δυο παρ’ ότι ατελείς έχουν προσπαθήσει να εφαρμόσουν τη Βιβλική συμβουλή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " veiledning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "veiledning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη