Μετάφραση του "vel" σε Ελληνικά

Το ευημερία είναι η μετάφραση του "vel" σε Ελληνικά.

vel
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ευημερία

    noun feminine

    Men alkoholmisbruket går ikke bare ut over deres eget ve og vel.

    Αλλά δεν απειλείται μόνο η δική τους ευημερία από την κατάχρησι οινοπνεύματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη