Μετάφραση του "vennlig" σε Ελληνικά

Οι αγαθός, μειλίχιος, πράος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vennlig" σε Ελληνικά.

vennlig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγαθός

    adjective masculine

    Tilsynsmannen har en vennlig og omgjengelig måte å være på.

    Ο τρόπος του επισκόπου είναι αγαθός και ελκυστικός.

  • μειλίχιος

    masculine

    Når det brukes om personer, betyr det ’mild’, ’vennlig’ eller ’elskverdig’. . . .

    Όταν αναφέρεται σε πρόσωπα, σημαίνει “μειλίχιος” ή “ευγενής”. . . .

  • πράος

    adjective masculine

    Overfor dem er han mild, fredelig, vennlig og meget tålmodig.

    Σ’ αυτούς είναι πράος, ειρηνικός, φιλικός και πολύ υπομονητικός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευγενικός
    • καλός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vennlig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vennlig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vennlig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη