Μετάφραση του "ventilasjon" σε Ελληνικά

Το αερισμός είναι η μετάφραση του "ventilasjon" σε Ελληνικά.

ventilasjon
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αερισμός

    noun masculine

    Mer ventilasjon har noen steder bidratt til å fjerne damp raskere.

    Σε μερικές περιπτώσεις, αυξημένος αερισμός χρησίμευσε στη γρήγορη απομάκρυνση ατμών από το χώρο εργασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ventilasjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ventilasjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη