Μετάφραση του "vindkraft" σε Ελληνικά

Οι αιολική ενέργεια, Αιολική ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vindkraft" σε Ελληνικά.

vindkraft
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αιολική ενέργεια

    noun Noun feminine

    Men i de senere årene har begeistringen for vindkraft nådd nye høyder rundt om på jorden.

    Τα πρόσφατα χρόνια, όμως, ο ενθουσιασμός για την αιολική ενέργεια έχει κατακλύσει τον κόσμο.

  • Αιολική ενέργεια

    Men i de senere årene har begeistringen for vindkraft nådd nye høyder rundt om på jorden.

    Τα πρόσφατα χρόνια, όμως, ο ενθουσιασμός για την αιολική ενέργεια έχει κατακλύσει τον κόσμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vindkraft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vindkraft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη