Μετάφραση του "vinner" σε Ελληνικά

Οι νικητής, νικήτρια, πρωταθλητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vinner" σε Ελληνικά.

vinner
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • νικητής

    noun masculine

    I kampen mellom penger og kjærlighet vinner pengene altfor ofte en klar seier.

    Στη μάχη μεταξύ χρήματος και αγάπης, πολύ συχνά το χρήμα είναι ο αδιαμφισβήτητος νικητής.

  • νικήτρια

    noun feminine

    Likevel er hun en vinner i de ovennevnte spradebassenes øyne.

    Παρ’ όλα αυτά, για τους συγκεκριμένους δανδήδες της ζούγκλας, το θηλυκό είναι η νικήτρια.

  • πρωταθλητής

    noun

    Hvis dette er slutten, har Prost vunnet tittelen.

    Αν ο αγώνας τελειώσει έτσι, ο Prost είναι πρωταθλητής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vinner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vinner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vinner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη