Μετάφραση του "visdom" σε Ελληνικά

Οι σοφία, Σοφία, γνώση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "visdom" σε Ελληνικά.

visdom γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • σοφία

    noun feminine

    La ham ved sin gode oppførsel vise sine gjerninger med en mildhet som hører visdommen til.» — Jak.

    ας δείξη εκ της καλής διαγωγής τα έργα εαυτού εν πραότητι σοφίας.»—Ιακ.

  • Σοφία

    Proper noun

    dyp forståelse av og kunnskap om et emne

    La ham ved sin gode oppførsel vise sine gjerninger med en mildhet som hører visdommen til.» — Jak.

    ας δείξη εκ της καλής διαγωγής τα έργα εαυτού εν πραότητι σοφίας.»—Ιακ.

  • γνώση

    noun feminine

    Men dette funnet var stikk motsatt konvensjonell visdom.

    Αυτό το εύρημα ερχόταν σε αντίθεση με την συμβατική γνώση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " visdom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "visdom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη