Μετάφραση του "ynkelig" σε Ελληνικά

Οι αδύνατος, μικροκαμωμένος, μικρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ynkelig" σε Ελληνικά.

ynkelig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αδύνατος

    adjective
  • μικροκαμωμένος

    adjective masculine
  • μικρός

    adjective

    Du skylder ikke den ynkelige kremmeren Huntington noe.

    Δεν χρωστάς τίποτα σε αυτό το μικρό μαγαζάτορα Χάνινγκτον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ynkelig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ynkelig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη