Μετάφραση του "yrke" σε Ελληνικά

Οι επάγγελμα, απασχόληση, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yrke" σε Ελληνικά.

yrke γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    Jeg spør om karakteren hans, og du forteller om yrket.

    Σε ρώτησα ως χαρακτήρα και εσύ μου λες για το επάγγελμα του.

  • απασχόληση

    noun feminine

    ◆ Hva slags yrke fikk Jesus opplæring i?

    ◆ Ποια ήταν η κοσμική απασχόληση του Ιησού;

  • δουλειά

    noun feminine

    δραστηριότητα για την οποία λαμβάνει κάποιος πληρωμή

    Når man studerer aktuartabellene, viser tallene at dette er et like farlig yrke som å være brannmann.

    Ξέρεις όταν δεις τις αναλογιστικές μελέτες τα νούμερα δείχνουν ότι είναι το ίδιο επικίνδυνη δουλειά όσο του πυροσβέστη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Κατάληψη
    • εργασία
    • κάματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " yrke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "yrke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "yrke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη