Μετάφραση του "Adam" σε Ελληνικά

Οι Αδάμ, ο Άδάμ, ο Αδάμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Adam" σε Ελληνικά.

Adam

De eerste man door God geschapen, in overeenstemming met het boek Genesis.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αδάμ

    proper masculine

    Vanaf de tijd van Adam tot de tijd waarin wij leven is bekering een noodzakelijkheid.

    Υπήρξε η ανάγκη για μετάνοια στον κόσμο από την εποχή του Αδάμ ώς την παρούσα ημέρα.

  • ο Άδάμ

  • ο Αδάμ

    Adam en Eva zondigden allebei, maar Adam werd verantwoordelijk gehouden voor hun kwaaddoen.

    Μολονότι αμάρτησαν και οι δύο, υπεύθυνος για την αδικοπραγία τους θεωρήθηκε ο Αδάμ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Adam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

adam
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδάμ

    Vanaf de tijd van Adam tot de tijd waarin wij leven is bekering een noodzakelijkheid.

    Υπήρξε η ανάγκη για μετάνοια στον κόσμο από την εποχή του Αδάμ ώς την παρούσα ημέρα.

Φράσεις παρόμοιες με "Adam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Adam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη