Μετάφραση του "Boon" σε Ελληνικά
Οι Φασόλια, φασόλι, φασούλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Boon" σε Ελληνικά.
Boon
-
Φασόλια
Bonen, azijn en sauzen was erg onder de indruk.
Να ξέρεις, ο Φασόλια, ξύδι και σάλτσες εντυπωσιάστηκε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Boon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
boon
noun
masculine
feminine
γραμματική
een eetbare peulvrucht [..]
-
φασόλι
noun neuterφασόλι (фасоли)
Wanneer de plant tot wasdom is gekomen, wordt de boon rood en droog.
Μετά την ωρίμανση του φυτού, το φασόλι γίνεται κόκκινο και ξερό.
-
φασούλι
Noun -
Φασόλι
eetbaar zaad van diverse planten
Groenten, fruit en granen, in ongewijzigde staat of verwerkt — boon
Φρούτα, λαχανικά και δημητριακά νωπά ή μεταποιημένα - Φασόλι
Εικόνες με "Boon"
Φράσεις παρόμοιες με "Boon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φασόλι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη