Μετάφραση του "Eigendom" σε Ελληνικά
Οι Κυριότητα, ιδιοκτησία, κτήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eigendom" σε Ελληνικά.
-
Κυριότητα
Eigendom, toekenning en uitoefening van rechten
Κυριότητα, θεμελίωση και άσκηση των δικαιωμάτων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Eigendom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Iets dat van iemand is.
-
ιδιοκτησία
noun feminineal dat wat zich in het bezit van een of meerdere personen bevindt [..]
De vangsten die in het kader van deze experimentele visserij worden gedaan, zijn eigendom van de reders.
Τα αλιεύματα που αλιεύονται κατά την ερευνητική αλιεία αποτελούν ιδιοκτησία του πλοιοκτήτη.
-
κτήμα
noun neuterDat deed ik vanmorgen op mijn eigendom in Barbizon.
Το έκανα σήμερα στο κτήμα μου στην Μπαρμπιζόν.
-
κυριότητα
feminineDe voorfinanciering blijft eigendom van de Unie totdat zij is verrekend met het definitieve financieringsbedrag.
Η προχρηματοδότηση παραμένει στην κυριότητα της Ένωσης έως τον συμψηφισμό της με το τελικό ποσό της χρηματοδότησης.
Φράσεις παρόμοιες με "Eigendom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ατομική ιδιοκτησία
-
πνευματική ιδιοκτησία
-
Διανοητική ιδιοκτησία
-
λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία
-
ατομική ιδιοκτησία
-
κτήματα δήμων και κοινοτήτων
-
δημόσια περιουσία
-
κινητή περιουσία