Μετάφραση του "Geweld" σε Ελληνικά

Οι Βία, βία, βιαιοπραγία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Geweld" σε Ελληνικά.

Geweld
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βία

    Geweld tijdens afspraakjes is de laatste tien jaar met bijna 50% gestegen.

    Η ερωτική βία στην πόλη έχει ανέβει στο 50%, την τελευταία δεκαετία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Geweld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

geweld noun particle neuter γραμματική

elke kracht van meer dan geringe betekenis uitgeoefend op personen, goederen of zaken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βία

    noun feminine

    Verantwoordelijk voor onderdrukking, mensenrechtenschendingen en het gebruik van geweld tegen de burgerbevolking in Syrië.

    Υπεύθυνος για τη βίαιη καταστολή, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άσκηση βίας κατά του άμαχου πληθυσμού της Συρίας.

  • βιαιοπραγία

    noun feminine

    Hij heeft gezeten voor geweld, alleen God weet wat ze nog meer hebben gedaan.

    Ο τύπος έχει κάνει φυλακή για βιαιοπραγία και ένας Θεός ξέρει τι άλλο.

  • ορμητικότητα

    Noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραφορά
    • βιαιότητα
    • σφοδρότητα
    • βια

Φράσεις παρόμοιες με "Geweld" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Geweld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη