Μετάφραση του "Hebreeuwse" σε Ελληνικά

Οι Εβραίος, Εβραία, Εβραίες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hebreeuwse" σε Ελληνικά.

Hebreeuwse adjective
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εβραίος

    noun masculine

    De Hebreeuwse dichter laat ons zien, horen en voelen.

    Ο Εβραίος ποιητής μάς βοηθάει να δούμε, να ακούσουμε, να νιώσουμε.

  • Εβραία

    noun feminine

    Zijn Hebreeuwse moeder bracht dit naar de gevangenis voor ze stierf.

    Η Εβραία μητέρα του την έφερε στη φυλακή, λίγο πριν πεθάνει.

  • Εβραίες

    noun

    Hoe toonden de Hebreeuwse vroedvrouwen respect voor de heiligheid van het leven?

    (β) Πώς έδειξαν οι Εβραίες μαίες σεβασμό για την ιερότητα της ζωής;

  • Εβραίοι

    noun

    De Hebreeuwse schrijvers fungeerden als openbare notarissen, stelden echtscheidingscertificaten op en legden andere transacties vast.

    Οι Εβραίοι γραφείς εκτελούσαν καθήκοντα συμβολαιογράφου, συνέτασσαν διαζευκτήρια και κατέγραφαν άλλες συναλλαγές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hebreeuwse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Hebreeuwse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εβραϊκό δίκαιο
  • Εβραίος · Εβραϊκά · εβραϊκά · εβραϊκή γλώσσα · εβραϊκός · η εβραϊκή γλώσσα
  • Μπίμπλια Χεμπράικα
  • εβραϊκή γλώσσα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hebreeuwse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη