Μετάφραση του "Loper" σε Ελληνικά

Οι Αξιωματικός, αξιωματικός, πασπαρτού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Loper" σε Ελληνικά.

Loper
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αξιωματικός

    ένα από τα κομμάτια στο σκάκι

    Loper naar half niveau rechts.

    Αξιωματικός, στο μεσαίο επίπεδο, δεξιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Loper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

loper noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιωματικός

    noun masculine

    Het volgende slachtoffer zou een loper zijn.

    Αλλά το επόμενο θύμα θα έπρεπε να είναι αξιωματικός.

  • πασπαρτού

    De sleutel past niet, we krijgen een loper van de receptie.

    Το κλειδί δεν ταιριάζει, οπότε θα πάρουμε ένα πασπαρτού, από τη ρεσεψιόν.

Εικόνες με "Loper"

Φράσεις παρόμοιες με "Loper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Loper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη