Μετάφραση του "Mol" σε Ελληνικά

Οι Ύφεση, ασπάλακας, τυφλοπόντικας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mol" σε Ελληνικά.

Mol

Mol (dier)

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ύφεση

    muziek

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

mol noun masculine γραμματική

Dierkunde [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασπάλακας

    noun masculine
  • τυφλοπόντικας

    noun masculine

    Ze wist dat ze niet bij de mol weg mocht

    ' Ηξερε ότι ο τυφλοπόντικας δε Θα την άφηνε ποτέ να φύγει

  • χαφιές

    noun masculine

    Er is nog steeds een mol in het departement, Mitch.

    Υπάρχει ακόμα ένας χαφιές μέσα στο τμήμα, Μιτς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γραμμομόριο
    • κατάσκοπος
    • μυστικός πληροφοριοδότης
    • Γραμμομόριο
    • μολ
    • ύφεση
    • Ασπάλακας

Εικόνες με "Mol"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη