Μετάφραση του "Normaal" σε Ελληνικά

Οι Κανονικό, φυσιολογικός, συνηθισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Normaal" σε Ελληνικά.

Normaal
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κανονικό

    Normaal bedrijfstemperatuurbereik van het reagens (in voorkomend geval):

    Κανονικό εύρος θερμοκρασίας λειτουργίας του αντιδραστηρίου (κατά περίπτωση):

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Normaal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

normaal adjective adverb γραμματική

gangbaar, gewoon [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσιολογικός

    adjective

    Zij kan het zelf wel dragen, als een normaal mens.

    Μπορεί να το κάνει και μόνη της σαν φυσιολογικός άνθρωπος.

  • συνηθισμένος

    adjective masculine

    Volgens of afhankelijk van de gewoonte.

    Maar soms moet zelfs een prins zich gedragen als een normaal persoon.

    Αλλά υπάρχουν στιγμές που ακόμη κι ένας πρίγκηπας συμπεριφέρεται σαν συνηθισμένος τύπος.

Φράσεις παρόμοιες με "Normaal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κανονική κατανομή · κανονική κατανομή
  • φυσιολογικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Normaal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη