Μετάφραση του "Portugese" σε Ελληνικά

Οι πορτογαλικός, Πορτογάλος, Πορτογαλίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Portugese" σε Ελληνικά.

Portugese noun adjective feminine γραμματική

vrouw

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πορτογαλικός

    adjective

    De voorwaarden die de Portugese wetgeving stelt voor de toegang tot bouwwerkzaamheden, zijn vestigingsvoorwaarden.

    Οι προϋποθέσεις εισόδου στον οικοδομικό κλάδο, τις οποίες ορίζει ο πορτογαλικός νόμος, είναι προϋποθέσεις εγκαταστάσεως.

  • Πορτογάλος

    noun masculine

    Haar echtgenoot, die eveneens de Portugese nationaliteit bezit, kwam met haar mee.

    Μαζί της ήρθε και ο σύζυγός της, ο οποίος είναι επίσης Πορτογάλος υπήκοος.

  • Πορτογαλίδα

    noun feminine

    Mijn ouders zijn weg, dus maakt mijn Portugese oppas mijn eten.

    Οι γονείς μου λείπουν κι η Πορτογαλίδα νταντά θα μαγειρέψει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Portugese " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Portugese" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πορτογαλικά
  • Πορτογάλος · Πορτογαλίδα · Πορτογαλικά · Πορτογαλική γλώσσα · πορτογαλικά · πορτογαλική γλώσσα · πορτογαλικός
  • Πορτογάλος · πορτογαλικά · πορτογαλική γλώσσα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Portugese" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη