Μετάφραση του "abonnee" σε Ελληνικά
Το συνδρομητής είναι η μετάφραση του "abonnee" σε Ελληνικά.
abonnee
iemand die op iets geabonneerd is [..]
-
συνδρομητής
noun masculineiemand die op iets geabonneerd is
Verbreking van de aansluiting wegens wanbetaling mag slechts plaatsvinden nadat de abonnee naar behoren is gewaarschuwd.
Η αποσύνδεση λόγω μη εξόφλησης λογαριασμών, θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο εφόσον ο συνδρομητής έχει ειδοποιηθεί δεόντως.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abonnee " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abonnee" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αριθμός πρόσβασης συνδρομητή
-
συνδρομητής του List Builder
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη