Μετάφραση του "abrupt" σε Ελληνικά

Οι ξαφνικός, αιφνιδίως, Τραχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abrupt" σε Ελληνικά.

abrupt

Snel gebeurend met weinig of geen waarschuwing. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξαφνικός

    adjective masculine

    Snel gebeurend met weinig of geen waarschuwing.

  • αιφνιδίως

    adverb

    Elk monetair duopolie ondergaat regelmatig, vaak abrupte, pariteitaanpassingen.

    Οποιοδήποτε νομισματικό δυοπώλιο υφίσταται τακτικά ρυθμίσεις της ισοτιμίας οι οποίες συχνά συμβαίνουν αιφνιδίως.

  • Τραχύς

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απότομος
    • αιφνίδιος
    • απροσδόκητος
    • αποτόμως
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abrupt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abrupt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη