Μετάφραση του "acacia" σε Ελληνικά

Οι ακακία, Ακακία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acacia" σε Ελληνικά.

acacia noun masculine γραμματική

Een struik of een boom van de soort dat behoort tot het geslacht Acacia.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακακία

    noun feminine

    Een struik of een boom van de soort dat behoort tot het geslacht Acacia.

    De acacia wordt aangevallen van onder tot boven.

    Η ακακία βρίσκεται υπό επίθεση από την κορυφή ως τις ρίζες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acacia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Acacia
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακακία

    Juf Acacia leerde ons om trots te zijn op onze krachten, niet beschamen, zoals u doet.

    Η ακακία κυριών μας δίδαξε για να είναι υπερήφανος των δυνάμεών μας, να μην ντροπιάσει τους, όπως σας!

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acacia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη