Μετάφραση του "adel" σε Ελληνικά
Οι αριστοκρατία, ευγένεια, ευγενείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adel" σε Ελληνικά.
adel
noun
masculine
γραμματική
bevoorrechte groep personen aan wie een meest erfelijke titel verleend was en aan wie voorheen een bepaald gebiedsdeel in eigendom gegeven was [..]
-
αριστοκρατία
noun feminineIk ben de adel niet graag behulpzaam.
Και ποτέ δεν μου άρεσε να " υποκλίνομαι " στην αριστοκρατία.
-
ευγένεια
noun -
ευγενείς
bevoorrechte sociale klasse
Mijn vader is van adel en Caesar wil de adel vernietigen.
Ο πατέρας μου είναι ένας ευγενής, και ο Καίσαρας θέλει να καταστρέψει τους ευγενείς.
-
οι ευγενείς
nounDe nobele mensen, de nieuwe adel, moet echter Europa binnen kunnen komen.
Οι ευγενείς όμως, οι νέοι ευγενείς, πρέπει να εισέρχονται στην Ευρώπη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη