Μετάφραση του "aderlating" σε Ελληνικά

Το αφαίμαξη είναι η μετάφραση του "aderlating" σε Ελληνικά.

aderlating noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφαίμαξη

    noun feminine

    En dat ze alle twee toevallig de aderlating van hun vader zien.

    Και οι δύο έτυχε να δουν τον πατέρα τους να παθαίνει αφαίμαξη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aderlating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aderlating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη