Μετάφραση του "afhankelijk" σε Ελληνικά
Το εξαρτημένος είναι η μετάφραση του "afhankelijk" σε Ελληνικά.
afhankelijk
adjective
γραμματική
-
εξαρτημένος
adjective masculineWant ik laat mezelf niet weer zo afhankelijk worden.
Επειδή δεν θα αφήσω ποτέ ξανά τον εαυτό μου να είναι τόσο εξαρτημένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afhankelijk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "afhankelijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαρτημένη περιοχή
-
εξαρτώμενο πρόγραμμα
-
κλιματικοί πόροι
-
μη δεσμευμένο στοιχείο ελέγχου
-
εξαρτώμενo
-
μη δεσμευμένη έκθεση
-
μη δεσμευμένη φόρμα
-
μη δεσμευμένο αντικείμενο · πλαίσιο μη δεσμευμένου αντικειμένου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη