Μετάφραση του "afhankelijk" σε Ελληνικά

Το εξαρτημένος είναι η μετάφραση του "afhankelijk" σε Ελληνικά.

afhankelijk adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαρτημένος

    adjective masculine

    Want ik laat mezelf niet weer zo afhankelijk worden.

    Επειδή δεν θα αφήσω ποτέ ξανά τον εαυτό μου να είναι τόσο εξαρτημένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afhankelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "afhankelijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afhankelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη