Μετάφραση του "afkorting" σε Ελληνικά

Οι συντομογραφία, σύντμηση, βραχυγραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afkorting" σε Ελληνικά.

afkorting noun feminine γραμματική

het inkorten van een woord of een frase [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντομογραφία

    noun feminine

    De vorm tot wat een woord of zin is verkort door samentrekking en weglating.

    Kies de afkorting van het gebruikte document in de onderstaande „Lijst van afkortingen voor documenten”.

    Επιλέξατε τη συντομογραφία του εγγράφου από την “κατάσταση συντομογραφιών των εγγράφων” που ακολουθεί.

  • σύντμηση

    noun feminine

    De afkorting „spp.” dient ter aanduiding van alle soorten van een hoger taxon.

    Η σύντμηση «spp.» δηλώνει όλα τα είδη μιας ανώτερης ταξινομικής βαθμίδας.

  • βραχυγραφία

    noun feminine

    De naam van het organische molecuul mag worden vervangen door de bijbehorende afkorting.

    Το όνομα του οργανικού μορίου μπορεί να αντικατασταθεί με βραχυγραφία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συντόμευση
    • Συντομογραφία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afkorting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "afkorting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afkorting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη