Μετάφραση του "afpersing" σε Ελληνικά

Οι εκβιασμός, χρηματολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afpersing" σε Ελληνικά.

afpersing noun feminine γραμματική

mensen onder voor de buitenwereld onzichtbare bedreiging zaken tegen hun wil laten doen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκβιασμός

    noun masculine

    In deze gevallen is het motief meestal afpersing.

    Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, το κίνητρο είναι εκβιασμός.

  • χρηματολογία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afpersing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afpersing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη