Μετάφραση του "afschaffing" σε Ελληνικά

Οι κατάργηση, ακύρωση, ματαίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afschaffing" σε Ελληνικά.

afschaffing noun feminine γραμματική

het doen ophouden te bestaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάργηση

    noun feminine

    In de sector granen is de afschaffing van de restituties een van de vastgestelde concessies.

    Στον τομέα των σιτηρών, η κατάργηση των επιστροφών αποτελεί μια από τις προβλεπόμενες παραχωρήσεις.

  • ακύρωση

    noun feminine

    Een eventuele afschaffing van subsidies door het Welsh Office is bijgevolg niet in strijd met het Europees recht.

    Η ενδεχόμενη ακύρωση των επιδοτήσεων από το γραφείο της Ουαλίας δεν είναι κατά συνέπεια αντίθετη με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

  • ματαίωση

    noun

    Dit is dan ook het argument dat wij dienen aan te dragen om afschaffing of dan toch tenminste uitstel van deze straf te vragen.

    Ακριβώς σε αυτό το σημείο οφείλουμε να ασκήσουμε πίεση για να ζητήσουμε τη ματαίωση ή, τουλάχιστον, την αναστολή της εκτέλεσης αυτής της ποινής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afschaffing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "afschaffing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afschaffing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη