Μετάφραση του "afslanken" σε Ελληνικά

Οι αδυνατίζω, μειώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afslanken" σε Ελληνικά.

afslanken verb γραμματική

Goederen of geld voorzichtiger uitgeven.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυνατίζω

    verb
  • μειώνω

    verb

    De vissersvloten in de EU lijden momenteel aan overcapaciteit en moeten worden afgeslankt omwille van de teruglopende visbestanden.

    Οι αλιευτικοί στόλοι στην ΕΕ πάσχουν σήμερα από πλεονάζουσα αλιευτική ικανότητα και πρέπει να μειωθούν για χάρη των μειούμενων αλιευτικών αποθεμάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afslanken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afslanken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη