Μετάφραση του "afstandelijk" σε Ελληνικά

Το απόμακρος είναι η μετάφραση του "afstandelijk" σε Ελληνικά.

afstandelijk adjective γραμματική

Weinig of geen emoties of interesse hebbend voor iemand anders. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόμακρος

    adjective masculine

    Ik speel eigenlijk afstandelijk, dat is de asociale versie van cool.

    Εγώ η αλήθεια είναι ότι το παίζω απόμακρος, που είναι η αντικοινωνική εκδοχή του κουλ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afstandelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afstandelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη