Μετάφραση του "afvaardiging" σε Ελληνικά

Το αποστολή είναι η μετάφραση του "afvaardiging" σε Ελληνικά.

afvaardiging

Een groep mensen geautoriseerd om een persoon of organisatie te vertegenwoordigen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποστολή

    noun feminine

    Alle Schengenstaten kunnen door afvaardiging van deskundigen aan deze commissie deelnemen.

    Στην επιτροπή αυτή είναι δυνατό να συμμετάσχουν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη με την αποστολή εμπειρογνωμόνων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afvaardiging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "afvaardiging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afvaardiging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη