Μετάφραση του "afvallige" σε Ελληνικά

Οι αποστάτης, αντάρτης, αρνησίθρησκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afvallige" σε Ελληνικά.

afvallige

Een persoon die afstand neemt van een religie of geloof.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποστάτης

    noun masculine

    Een persoon die afstand neemt van een religie of geloof.

    Ik weet dat je denk dat de afvallige helpt maar dat doet hij niet!

    Ξέρω ότι πιστεύεις πως ο αποστάτης βοηθάει, αλλά δεν το κάνει.

  • αντάρτης

    noun masculine

    Tot op zekere dag, toen een afvallige wetenschapper in het Southland arriveerde... met een geneesmiddel voor onze ziektes.

    Ώσπου μια μέρα, ένας αντάρτης επιστήμονας έφθασε στη Southland με μια θεραπεία για την ασθένεια μας.

  • αρνησίθρησκος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξωμότης
    • εκτός νόμου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afvallige " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afvallige" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη