Μετάφραση του "afwezige" σε Ελληνικά

Το απών είναι η μετάφραση του "afwezige" σε Ελληνικά.

afwezige noun adjective masculine γραμματική

Iemand die zich afwezig meldt voor zijn land, kantoor, betrekking of plicht.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απών

    adjective masculine

    Toch voel ik me even afwezig als een dode.

    Και νιώθω πιο απών από κείνον που πέθανε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afwezige " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "afwezige" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afwezige" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη