Μετάφραση του "afwezige" σε Ελληνικά
Το απών είναι η μετάφραση του "afwezige" σε Ελληνικά.
afwezige
noun
adjective
masculine
γραμματική
Iemand die zich afwezig meldt voor zijn land, kantoor, betrekking of plicht.
-
απών
adjective masculineToch voel ik me even afwezig als een dode.
Και νιώθω πιο απών από κείνον που πέθανε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afwezige " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "afwezige" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απουσιάζω · λείπω
-
συσκευή-φάντασμα
-
ανύπαρκτος · απουσιάζω · απών · αφηρημένος · λείπω
-
Δεν βρίσκομαι στον υπολογιστή
-
Δεν βρίσκομαι στον υπολογιστή
-
Ένδειξη "Δεν βρίσκομαι στον υπολογιστή", όταν ο υπολογιστής είναι ανενεργός για αυτήν τη χρονική περίοδο:
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη