Μετάφραση του "airco" σε Ελληνικά

Το κλιματιστικό είναι η μετάφραση του "airco" σε Ελληνικά.

airco

Een toestel dat de lucht koel en droog houdt.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλιματιστικό

    noun neuter

    Een toestel dat de lucht koel en droog houdt.

    Er is wit poeder in de kamer en de airco was aan het blazen.

    Λευκή σκόνη στο χώρο κι ανοικτό το κλιματιστικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " airco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "airco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη