Μετάφραση του "americium" σε Ελληνικά

Το αμερίκιο είναι η μετάφραση του "americium" σε Ελληνικά.

americium noun neuter γραμματική

(Chemie); scheikundig element met symbool Am en atoomnummer 95.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμερίκιο

    noun neuter

    chemische stof [..]

    Voor de fabricage van americiumtrefplaten werden voorbereidende werkzaamheden verricht met gebruikmaking van het sol-gelproces waarbij cerium werd gebruikt als vervanging van americium.

    Για την κατασκευή στόχων αμερικίου εκτελέστηκαν προπαρασκευαστικές εργασίες με χρήση της διεργασίας sol-gel, αντικαθιστώντας το αμερίκιο με δημήτριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " americium " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "americium"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "americium" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη