Μετάφραση του "amfibisch" σε Ελληνικά

Οι αμφίβια, αμφίβιος, αμφίβιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amfibisch" σε Ελληνικά.

amfibisch

Levend of in staat van zowel op het land als in het water te leven.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφίβια

    In het bijzonder moet duidelijk worden aangegeven dat amfibische vaartuigen van het toepassingsgebied van deze richtlijn zijn uitgesloten.

    Συγκεκριμένα, πρέπει να διευκρινιστεί ότι από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας αποκλείονται τα αμφίβια σκάφη.

  • αμφίβιος

    adjective masculine

    Ik dichtte hem amfibische eigenschappen toe... door blootstelling aan meteoorsteen.

    Υποπτεύθηκα ότι είναι αμφίβιος. Εκτέθηκε σε μετεωρίτες.

  • αμφίβιο

    noun neuter

    Als je een amfibische tiran bent met een Napoleoncomplex, rot dan op.

    Αν τυχαίνει να είσαι ένα νευρικό, πειθαρχημένο αμφίβιο με το σύνδρομο του Ναπολέοντα, κοπάνα την.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amfibisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amfibisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη