Μετάφραση του "anemometer" σε Ελληνικά

Το ανεμόμετρο είναι η μετάφραση του "anemometer" σε Ελληνικά.

anemometer noun masculine γραμματική

Een meetinstrument dat de windsnelheid kan meten.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεμόμετρο

    noun neuter

    De mobiele anemometer wordt als volgt op het voertuig gemonteerd:

    Το κινητό ανεμόμετρο εγκαθίσταται στο όχημα στην προδιαγραφόμενη θέση:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anemometer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anemometer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη