Μετάφραση του "antisemitisme" σε Ελληνικά

Οι αντισημιτισμός, Αντισημιτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "antisemitisme" σε Ελληνικά.

antisemitisme noun neuter γραμματική

Vooroordeel, dicriminatie of vijandelijkheid tegen joden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντισημιτισμός

    noun masculine

    Vooroordeel, dicriminatie of vijandelijkheid tegen joden.

    Tenslotte wordt de term antisemitisme op een verkeerde manier gebruikt.

    Τέλος, παρατηρούμε μια λυπηρή παρέκκλιση του ίδιου του όρου αντισημιτισμός.

  • Αντισημιτισμός

    προκατάληψη, δυσμενής διάκριση ή μίσος εναντίον των Εβραίων

    De holocaust, antisemitisme en racisme

    Αντισημιτισμός και ρατσισμός, επέτειος της απελευθέρωσης του Άουσβιτς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antisemitisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antisemitisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη