Μετάφραση του "apostel" σε Ελληνικά

Οι απόστολος, Απόστολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apostel" σε Ελληνικά.

apostel noun masculine γραμματική

leerling van Jezus

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόστολος

    noun masculine

    En apostel Paulus is z'n leven lang vrijgezel geweest.

    Και ο απόστολος Παύλος ήταν εργένης μέχρι να πεθάνει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apostel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Apostel
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απόστολος

    noun masculine

    En apostel Paulus is z'n leven lang vrijgezel geweest.

    Και ο απόστολος Παύλος ήταν εργένης μέχρι να πεθάνει.

Φράσεις παρόμοιες με "apostel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apostel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη