Μετάφραση του "appendix" σε Ελληνικά

Οι παράρτημα, σκωληκοειδής απόφυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appendix" σε Ελληνικά.

appendix

Een ondergeschikt deel dat aan iets aangehecht is.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράρτημα

    noun neuter

    Daarna gaat het langs de appendix, dat niets doet.

    Σε αυτό το σημείο θα κινηθεί πέρα από το παράρτημα, η οποία δεν κάνει τίποτα.

  • σκωληκοειδής απόφυση

    noun feminine

    Een van zijn aanhangers beweerde dat het lichaam tientallen „rudimentaire organen” bevatte, zoals de appendix en de thymus.

    Ένας από τους υποστηρικτές του ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν δεκάδες «υπολειμματικά όργανα» στο ανθρώπινο σώμα, όπως η σκωληκοειδής απόφυση και ο θύμος αδένας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appendix " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appendix" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη