Μετάφραση του "arbeidsmarkt" σε Ελληνικά
Οι αγορά εργασίας, αγορά της εργασίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arbeidsmarkt" σε Ελληνικά.
arbeidsmarkt
Een economische benaming voor het totaal aan vraag naar en aanbod van arbeid. [..]
-
αγορά εργασίας
noun feminineEen economische benaming voor het totaal aan vraag naar en aanbod van arbeid.
-
αγορά της εργασίας
Volgens Oostenrijk zijn deze beperkingen noodzakelijk om de toegang tot zijn arbeidsmarkt te controleren.
Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι αναγκαίοι για τον έλεγχο της πρόσβασης στην αγορά της εργασίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arbeidsmarkt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη