Μετάφραση του "armee" σε Ελληνικά
Το στρατός είναι η μετάφραση του "armee" σε Ελληνικά.
armee
Een grote, militaire macht die zich voornamelijk bezighoudt met grondoperaties.
-
στρατός
noun masculineΜεγάλη στρατιωτική δύναμη που ασχολείται κυρίως με επιχειρήσεις εδάφους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " armee " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "armee" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ΡΑΦ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη