Μετάφραση του "asiel" σε Ελληνικά
Το άσυλο είναι η μετάφραση του "asiel" σε Ελληνικά.
asiel
noun
neuter
γραμματική
Een schuilplaats tegen gevaar of ontbering.
-
άσυλο
noun neuterIn de voorgestelde verordening zijn alleen geharmoniseerde statistische definities op het gebied van migratie en asiel opgenomen.
Ο προτεινόμενος κανονισμός εφαρμόζει εναρμονισμένους στατιστικούς ορισμούς μόνο για τη μετανάστευση και το άσυλο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asiel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "asiel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολιτικό άσυλο · πολιτικό άσυλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη